Νίκος Καββαδίας: Ιδανικός Κι Ανάξιος Εραστής

21 Μαρτίου Ημέρα της ποίησης

Ποίηση: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Γιάννης Σπανός 1975 (Ανθολογία Γ’)
Τραγουδά: Κώστας Καράλης

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στην Άπω Ανατολή, στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας. Το 1914, με τις εξεγέρσεις στη Μαντζουρία αλλά και σε ολόκληρη την Κίνα, ο Χαρίλαος Καββαδίας έφερε την οικογένεια του πίσω στην Ελλάδα, στην Άσσο και στο Φισκάρδο της Κεφαλονίας, κοντά στους παππούδες. Το 1921 η οικογένεια Καββαδία μετακόμισε στον Πειραιά, αρχικά στη Φρεατίδα και στη συνέχεια στο Πασαλιμάνι. Εκείνη την εποχή ο εντεκάχρονος Νίκος Καββαδίας πήρε το βάπτισμα της θάλασσας με το πλοίο «Πολικός» των Αγγελάτων, ταξιδεύοντας στη γραμμή Πειραιάς – Σμύρνη – Κωνσταντινούπολη μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος δούλευε ως τροφοδότης του πλοίου.

Οι πνευματικές του ανησυχίες όμως, αλλά κυρίως οι ιστορίες των ναυτικών που άκουγε καθημερινά στο γραφείο τον συνάρπαζαν και του δημιουργούσαν μια έντονη διάθεση για ταξίδια μακρινά. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο και ενώ ήταν αποφασισμένος να μπαρκάρει, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μητέρα του, την Δωροθέα, η οποία ως γόνος της κεφαλονίτικης εφοπλιστικής οικογένειας των Αγγελάτων γνώριζε καλά τις δυσκολίες που συναντάνε οι ναυτικοί και, φυσικά ως μητέρα δεν ήθελε το παιδί της να φύγει μακριά…Θεωρούσε επίσης πως το να ταξιδέψει ο Νίκος ήταν μια τρέλα, μια λόξα νεανική και πως κάποια στιγμή θα του περνούσε. Όμως για τον Καββαδία δεν ήταν μια λόξα νεανική, ήταν όνειρο ζωής.

Έτσι, μετά τον θάνατο του πατέρα του Χαρίλαου το 1929 και παρά τις έντονες ακόμη αντιρρήσεις της μητέρας του, αποφασίζει να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα. Μπαρκάρει στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος», γραμμή Πορτ Σαιντ – Αλεξάνδρεια – Μασσαλία.

Από τότε και μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου του 1975 που έφυγε από τη ζωή, θα περιπλανηθεί σε όλους τους ωκεανούς και θα καταγράψει μέσα στα ποιήματα και τα πεζά του ένα μεγάλο μέρος από την καθημερινή ζωή των ναυτικών στα πλοία και τα λιμάνια, όπως επίσης και διάφορα περιστατικά που βίωσε ή άκουσε σε πάμπολλα ταξίδια του ως ασυρματιστής.

Το τέλος του Νίκου Καββαδία θα είναι άδοξο, αφού δεν πέθανε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως ο ίδιος είχε ποθήσει, πέθανε σε μια κλινική της Αθήνας και δυστυχώς είχε μια κηδεία «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες»

Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής

των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,

και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,

χωρίς να σκίσω την θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μανδράς την Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ

θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,

και εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,

θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ

οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα χω πια ξεχάσει

κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:

«Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί

και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,

κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,

θα σημαδέψει, κι άφοβα τον φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ

σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,

θα χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ

και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Advertisements